γεωμετρικός

γεωμετρ-ικός, ή, όν,
A of or for geometry, geometrical,

ἀριθμός Pl.R.546c

, etc.;

ἰσότης Id.Grg.508a

;

ἀναλογία Arist.EN1131b13

; μεσότης Theo Sm.p.106 H., etc. (cf. γαμετρικός)

; ἁρμονία Nicom.Ar.2.26

;

θεωρήματα Plu.2.720a

([comp] Sup.); γεωμετρική (sc. τέχνη), geometry, Pl.Grg.450d, Nicom.Com.1.18; τὰ -κά title of work on geometry, Democr.11n, cf. Arist.APo.79a9. Adv. -κῶς by a rigidly deductive proof, Procl.in Prm.p.897 S., Id.in Ti.1.345 D.: γ. refellere, prove wrong to demonstration, Cic.Att.12.5.3.
II skilled in geometry, Pl.R.511d, Plu.2.579b, Arist.Pol. 1282a9; γ. Βριάρεως, of Archimedes, Id.Marc.17: [comp] Comp.

-ώτερος Ph.1.621

. Adv.

-κῶς Arist.Top.161a35

, Str.2.1.41, Plu.2.643c.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γεωμετρικός — of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωμετρικός — ή, ό (AM γεωμετρικός, ή, όν) [γεωμέτρης] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη γεωμετρία 2. το θηλ. ως ουσ. γεωμετρική, η η τεχνική καταμέτρησης και απεικόνισης τμημάτων τής γήινης επιφάνειας 3. φρ. «γεωμετρική τέχνη», «γεωμετρικά αγγεία» κ.λπ.… …   Dictionary of Greek

  • γεωμετρικός — ή, ό 1. ο σχετικός με τη γεωμετρία: Γεωμετρικά όργανα. 2. γεωμετρική εποχή, η περίοδος της αρχαίας ελληνικής τέχνης (1100 700 π.Χ.) στην οποία κυρίαρχο στοιχείο στη διακόσμηση των αγγείων είναι τα γεωμετρικά σχήματα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γεωμετρικός τόπος — Βλ. λ. γεωμετρία …   Dictionary of Greek

  • γεωμετρικά — γεωμετρικός of neut nom/voc/acc pl γεωμετρικά̱ , γεωμετρικός of fem nom/voc/acc dual γεωμετρικά̱ , γεωμετρικός of fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωμετρικωτάτων — γεωμετρικός of fem gen superl pl γεωμετρικός of masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωμετρικῶν — γεωμετρικός of fem gen pl γεωμετρικός of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωμετρικόν — γεωμετρικός of masc acc sg γεωμετρικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωμετρικώτατα — γεωμετρικός of adverbial superl γεωμετρικός of neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωμετρικαῖς — γεωμετρικός of fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωμετρικαί — γεωμετρικός of fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.